To better days: A response to protests in Cyprus

“The most tragic form of loss isn’t the loss of security; it’s the loss of the capacity to imagine that things could be different.”
― Ernst Bloch

Art is a form of protest. Art can change the way we think and the way we interact with the physical environment. The importance and the power of artistic expression in the midst of political turmoil and the ubiquitous violation of human rights is therefore unquestionable. While protests continue to be banned through decrees claiming to curb the spread of coronavirus, effectively outlawing resistance while allowing the unrestricted working of capital by permitting people to flood malls and department stores, art has a vital role to play in amplifying and providing a direction for the voices demanding social, political and environmental justice on the streets.

In light of the demonstrations organised on February 13 and February 20, 2021 in Nicosia against pervasive political corruption in Cyprus, the mishandling of the pandemic that saw the stripping of fundamental human freedoms well beyond what can be justified in the name of safeguarding public health, the ongoing closure of checkpoints, the government’s inhumane migration policies and the general unsustainability of the government’s priorities on multiple fronts including healthcare, education, and welfare, we invited people to submit artistic material inspired by the above.

The significance of the two protests lies in the way they exposed the broader forces at play in the present-day social and political landscape of Cyprus: the unprecedented police brutality against non-partisan and anti-fascist voices of dissent that marked the first protest on February 13 exposed, through the visceral stigma of raw violence, the unrelenting authoritarian streak of the current administration, while the massive and polyphonic response to the second protest on February 20 declared that we come in numbers and we’ve had enough. The preponderance of young people at the protests is mirrored in the artistic responses to it – we’ve inherited a world in ruins, out of which hope will always emerge.

| Stelios Kapnisis

February 13, 2021

There’s a boot crushing his throat
barricading the air in my lungs and a fortified knee
is lodged against her ribs and a baton
cracks my skull and chemicals spiked
with death birth the cries of disintegrating life
and water cannons blast her eye out
and we shift in and out of consciousness,
at once disembodied and trapped
in our flesh of glass. Space constricts in the face
of those out for blood and our howls for a life
compete for transmission with batons
bashing against ballistic shields.
Your monopoly of violence.
Your monopoly of air.
The thing about the body is that it is an archive
and the thing about trauma is that it drills
an active volcano into the chest.

| Lizzy Ioannidou

 Christina Nicolaou | Χαβρίτισσα (Acrylics on canvas, 2017)

Σονετα Ι (16/2)

Τζιαι ο τάφος μου αννένει, να’μαι ένα που τα τούβλα 
Πο’ννα χτίσουν μιαν τζιαινούρκαν κοινωνίαν.
Ένα γρανάζι στο ρολόι που μετρά 
Τις ώρες σας.

Το γαίμαν μου να βάψει τις σημαίες σας.
Να πνίξει όσα ξέρετε αλήθκεια.
Να δείτε σαν εμένα πκιον κατάμματα,
Το φώς που εγώ γυρεύκω μες τη νύχτα.

Στ’ανάθθεμαν το χώμα που με γέννησεν.
Πάνω του χτίζω κοινωνίες.
Τζι’οι δρόμοι που επερπάτησα τζι’εγκρέμμισες,
Να ξέρεις – αναγιώσαν συνειδήσεις.

| Anonymous

Saturday, 13th of February

Dear diary,
My legs were shaking
(You see, I don’t really know how to dance to the rhythm of terror and violence)
Hope was left there, at the park.
I had no time nor strength to pick her up.
You see men and women wearing police uniforms were inflicting physical and psychological pain to other men and women not wearing police uniforms
(tattooing their skin with the black ink of trauma- it can hardly ever be removed).
Couldn’t really believe my eyes,
couldn’t really believe that a girl almost lost her eye, and that we –
and that I almost lost hope.
So I abandoned her there like a freshly-cut flower not placed in a vase, to wither and die.

Dear diary,
you see today was a not a good day. 

Saturday, the 20th of February

Dear diary,
My legs moved effortlessly by the beating of drums
(You see, I know how to dance to the rhythm of freedom)
The voices of the sea of people were like the sound of crashing waves:
therapeutic and naturally unstoppable.
Oh, I also found Hope! She was still there, at the park, exactly where I left her,
like a freshly-cut flower placed
back to the earth.
I could feel her roots growing,
I could feel life re-entering my veins,
I could see Hope budding on the faces of people,
and I could feel in my bones the thirst and the hunger for better days,
rising above us
like a colossal cloud, growing exponentially with every word that spoke
about Hope
about Freedom. 

Dear diary,
you see today was a good day. A better day than most. The best of days.

| Alexandra Krstic

| Thekla Obe

Πώς να βρω τρόπο να απευθυνθώ στους ιθύνοντες; 
Με τι λόγια να μπορέσω να τους εκφράσω αυτά για τα οποία μαχόμαστε ώμο με ώμο;
Γιατί εμείς δεν υπό-κινούμαστε από κανέναν.
Συν-κινούμαστε ώμο με ώμο.
Συγκινούμαστε ωσάν τον χείμαρρο.
Γιατί εμείς νιώθουμε.
Και κάθε ένας από εμάς βρισκόταν εκεί συγκινούμενος από μια ανάγκη που προκύπτει εκ των έσω και δεν του αφήνει περιθώριο να ησυχάσει.
Ώμο με ώμο.
Σκόρπια λόγια και πως να τα συνενώσω σε μια ροή αφού το αίσθημα της δικαίωσης ξεχειλίζει ωσάν τον χείμαρρο και πως να το προφτάσω;

Χτες αποκαταστήσαμε το όνομά μας.
Χωρίς κανένα προσωπικό όφελος.
Γιατί εκεί δεν ήμουνα εγώ, ήμασταν εμείς.
Εμείς που νιώθαμε.
Και πως να τα εξηγήσω;

Εμείς, που ως οι σοβαροί ενήλικες αφήσαμε ο καθένας το παιδί που έχουμε μέσα μας να ξεχυθεί στους δρόμους.
Ώμο με ώμο κάθε παιδί.
Και χόρευαν παιδιά, και τραγουδούσαν, και φώναζαν συνθήματα και γελούσαν, κι αντάλλαζαν κουβέντες με γνωστούς άγνωστους.
Και εκεί στο δρόμο ζυμώνονταν τα παιδιά μας.
Εκεί στο δρόμο γεννιούνται οι συνειδήσεις.
Εκεί που σπάσαμε τον τρόμο ώμο με ώμο.
Και πώς να μας καταλάβετε σοβαροφανείς φιλήσυχοι ενήλικες, που κλειδώσετε τα παιδιά που έχετε μέσα σας, κάτω από τα κράνη σας.
Κάτω από τις εντολές των ανωτέρων σας;
Πώς να νιώσετε χωρίς την ύπαρξη των παιδιών σας;

| Andrea Mavrou

| Julia Georgiadou

Οι μπάτσοι σημαδεύουν με την αύρα,
μα έχεις ψυχή φωτιά και λαύρα,
σε τσιμεντένιες λεπίδες χορεύεις ελεύθερη.
Η βροχή δε φόβισε ποτέ τους βρεγμένους,
είν’ οι δρόμοι για τους εξεγερμένους
κι όσους δεν αντέχουν πια να υποχωρούν.
Θα ήταν φρόνιμο να ρίχναμε κρεμοσάπουνο στο κανόνι,
να ξέπλεναν πρώτα το μέσα τους,
μα είναι εκπαιδευμένοι δολοφόνοι,
του φοίνικα νοσταλγοί.
Τυφλά οδηγίες εκτελούν,
βαράνε στο ψαχνό όσους δεν υπακούν,
το πιο δύσκολο τους εγχείρημα
που έμαθαν να πυροβολούν,
κι εσύ μιλάς για αλλαγή και χορό στα συντρίμμια·
να φτιάξουμε κάτι όμορφο από στάχτη κι αποκαΐδια,
δώσε τους ένα όπλο κι ένα βιβλίο,
θα σου πουν είναι τα ίδια.
Αν ψώνιζες ανέμελη θα ήσουν χρήσιμη,
μα από παιδί κατάλαβες πως οι αδιάφοροι
είναι επικίνδυνοι.
Δεν έχουν οι μπάτσοι σκοπό,
ακολουθούν μοναχά του τυμπάνου ρυθμό,
μέχρι που φραξες τον δρόμο
και ούρλιαξες … «ΩΣ ΕΔΩ».

-ως δαμέ 15/2/2021

Ποττέ εν μου άρεσκεν ο χορός, 
εμεγαλώσαμε όμως πατώντας σε αναμμένα κάρβουνα
τζαι σε δρόμους που κάφκουν. 

Ε, οπως τζαι να το κάμεις, για να επιβιώσεις χρειάζεσαι μια κάποια επιδεξιότητα.

-Η άνοιξη ήρτε νάκκον πιο γλήορα μαζί με τα χαμόγελα τους.

εν χορώ 21/2/2021

| Σκέψεις Αδέσποτες-
Πάμπος Σοφοκλέους

Rafaella Hadjioannou | Αυτον τον κόσμο θα τον αλλάξουμε


Παιθκιά εγω εφοήθηκα

Έφια γλίορα 

εν εμπορέσα να κατανοήσω
οτί εθέλαν να κάμουν ζημία

εκοπήκαν τα πόθκια μου
αφού απειλή καμιά!

έχασα την ανάσα μου
εσχιεί τωρά λίες μέρες

για σένα, το καθένα μας
τι εννάσχιει μετά

Ο θολωμένος μπάτσος 
που εξίασε να μιλά
εβάλθηκε διατάγη
να αντλήσει ξαφνικά

Έφια γλίορα
ακόμα βουρώ
γυρεύκω ανάσα
κάπου να πιαστώ
σκέφτουμε σας
σκέφτουμε μας 
μέρα νύχτα
νομίζω παραλληρώ.

Λαλείτε να ξέρουν 
ότι τωρά 
θρηνούμε πουμέσα 
τζαι κάποιοί κλαίμε κρυφά

Μεν τους το πείτε 
εν ρωτούμε γιατι
γιατί στη πορεία 
οι μασκές εππέσαν γαζί

εξέραμε ότι 
η ελευθερία που παλιά 
στάσει που τα δόγκιαγιαίματα ξερά.

Εκυρήξαν μας πόλεμο
πετρωμένες καρκιές
βουττημένες ως τη κκελέ
στης εξουσίας της αρχές

εμείς ομώς θωρούμε
ενώμενοι ξανά
ότι τζίνα που ζητούμε

ευχαριστούμε το μπάτσο 
που εθόλωσε ξανά 
που μας κουντά στους δρόμους
να σχιονωστούμε γερά.

Μαντορίνια τζαι τύμπανα
ακόμα μια γενιά
αντάξια πολεμά
τον αγώνα του τζαιρού της
που ‘σχιει να νικά

| Andriana Lagoudes

Dinner at the Presidential Palace

In the dusk of a silenced skyline,
a banquet is breaking curfew.

Ministers and mayors mingle
with chiefs of police,

while priests and bishops flirt
with lieutenant and major generals.

The president indulges his guests
with local delicacies;

water cannoned eyeballs.
Baton beaten flesh.

Backbones stewed in tear gas
and decades of oppression.

Crushed throats, boot-marked bodies,
of citizens gasping under the weight

of a country for sale.
Heritage demolished to make room

for cathedrals, pockets lubed and stuffed
with golden passport thug money.

And still, the people breathe.
And think, and raise their voices

through cracking ribs,
until their roar shakes the towers

where the white collars sleep
like they’ve never tasted our blood before.

| Louiza Lazarou


Μαρί Αντουανέτα μου,
αφέντρα της Γαλλίας,
τρανή προσωποποίηση 
της Αριστοκρατίας,
που πήγες και παντρεύτηκες 
τον Λούη τον καριόλη,
εισ’ ένα φασιστόμουτρο
και πια σε ξέρουν όλοι.
Έχεις μεγάλη δύναμη,
έχεις γερό κονδύλι 
κι αν κάποιος δεν σε συμπαθεί
τον ρίχνεις στη Βαστίλη.
Και πράττεις ότι αγαπάς 
και παίζεις μ’ ανθρωπάκια – 
κοντά στις Βερσαλλίες σου
έχτισες χωριουδάκια 
για να ‘χεις και να χαίρεσαι 
τον βίο του κοσμάκη,
να παίζεις κουκλοθέατρο,
να παίζεις παιχνιδάκι.

Και όλα αυτά είναι σωστά,
τα πράττεις και τ’ αξίζεις – 
δεν εισ’ εσύ Μαρία μου 
να σπέρνεις να θερίζεις. 
εσύ είσαι γι’ άλλα πράγματα,
είσαι για μεγαλεία –

γι’ αυτό εξάλλου κυβερνάς
τη ζάμπλουτη Γαλλία.
Κι άμα ακούσεις ψίθυρους 
μέστην πολλή τη ζάλη 
– πως κάποτε του Κάρολου 
του πήραν το κεφάλι 
κι γκιλοτίνα καρτερεί 
κι άλλες ανοησίες –
αγνόησέ τα Μαίρη μου – 
είναι συκοφαντίες.

Υπάρχει πείνα στον ντουνιά
μα ‘σένα δεν σε πιάνει 
κι άμα δεν έχουνε ψωμί,
ας φάνε παντεσπάνι.


Άμα ξυπνήσουν οι φτωσιοί,
εννα τα πουκουππίσουν
τζι ανάποδα το σύστημαν
θα πιάσουν να γυρίσουν.
Τζι ο βασιλιάς εννα χωθεί
βαθκιά μέστα πετσιά του,
μα ούτε τζίνος σώζεται,
ούτε τζαι τα παιθκιά του. 
Γιατί η κρεμάλα καρτερεί,
στέκεται, περιμένει
τζαι έσιει χρόνια κάμποσα 
που εν τζιαμέ στημένη. 

Εννα πλουτίσουν οι φτωσιοί
τζαι βασιλείς θα γίνουν,
μα οι πουκάτω γέριμοι
τζαι πάμφτωσιοι θα μείνουν.
Τζι η φτώσια τους πουκάτω τους
θα σφίγγει τζαι θα λιώνει 
τζι έτσι η Επανάσταση
ποττέ εν θα τελειώνει. 

| the_dialectical

| Morgan Evans

| Vangelis Artemou

Σάπια πόλη 

Σάπια πόλη, κακοτράχαλοι δρόμοι 
παιδιά φανατικά, τηλέφωνα που δεν κτυπάν 
σύννεφα πάνω από τη σελήνη 
γάτες που φλερτάρουν 
ύμνος στο ράδιο στην διαπασών 
και περπατώ ένα περπάτημα 
μες στη σάπια πόλη, 
μες στη σάπια πόλη 
σειρήνες, φάροι περιπολικών 
και μιας στιγμής σιωπή 
η υγρασία του χειμώνα στα ρουθούνια 
θα κραυγάσω μια κραυγή 
θα σιωπήσω & θα κλάψω μια φωτιά 
θ’ ανάψω μια φωτιά 
να κάψω την καρδιά 
να κάψω αυτή τη σάπια πόλη

| Joey Klee 

Theodora Theodorou | No matter how rotten it is, it can bloom again

Της ροθκιάς η γέννα

“Όνομα που εγιώρκησεν
αγάπη με το δράμι
Μάναν εσεν’ εφώναξα
τζιαι δεν πάει χαράμι.”

Είδα σε. Είδα σε Μάνα που ήσουν καταφατσελλωμενή μα εν άνοιξες το στόμα σου να πεις μισή κουβέντα, ούτε για παράπονο.

Είδα σε μες τη μέση του χωραφκιού να δουλεύκεις τζιαι να κουμαντάρεις τζιαι να γεννάς μα πάντα με το χαμόγελο τζιαι την ευγένεια για κάθε ψυσιή που εκαρτζιλατούσες.

Λίο πάρακατω εθώρουν τζίνη που έθελε να σου κλέψει τ’ όνομα. Που εθελε να το ‘γοράσει τζιαι να το πουλήσει. Που έδερνε τα κοπελούθκια της για να μάθουν. Για να σιωπήσουν. Για να μεν διαμαρτύρουνται.

Εσου εφορες την κουρούκλα σου μες το χωράφι, γέννημα με βούττημα νήλιου. Τζιαι η άλλη με ψεύτικο χαμόγελο έπιανε σου τα ριάλια σου στ’ όνομα σου γιατι έξερε να τα χρησιμοποιήσει.

Μάνα, άρκεψε να δέρνει τα κοπελουθκια σου. Για να μεν κακομαθένουν τα δικά της με απλή ζωή τζιαι ιδέες.

“Τούτοι γυρεύκουν το κακό
να φαν της γης τη γέννα 
Χαρά, γλυτζί χαμόγελο 
τζιαι όσα γράφει πένα.” 

Μάνα, ερκούμαστε. Ερκούμαστε τζιαι ας μας δέρνει. Ερκούμαστε για να αθθίσει ο τόπος. Τζιαμε που ππεφτει το δρώμα σου τζιαι το κλάμα μας. Ας μας δέρνει. Ερκούμαστε. 

“Ψηλά εσήκωσες ππουνιά,
τον τρόμο για να σπάσεις
της άρρωστης σου εποχής
την αθθρωπιά να σάσεις”

Όπως τον κλώνο της ροθκιας που εσυρεν τα φύλλα της ο αέρας στο δύσκολο σιειμώνα που επέρασε. Έπιασε σε αρρώσκια άσιημη που κρατά γρόνια τζιαι εν σε άφηνε να ξανασύρεις μουττες.

Εκαρτέρας τζιαι οι ρίζες σου εγυρεύκαν χώμα καθαρό τζιαι ποτισμένο να σε ταΐσει για να ξανασταθείς. Μαραζωμέμη κατάξερη εκράες τραούδι ήσυχο τζιαι μουρμουρητό.

Εγυρέψαν να κόψουν τα παραπούλια σου τζιαι τους κλώνους σου τους στεκάμενους ώσπου να σαπίσεις τέλεια. Να σε ξεκάμουν γιατί εμπόϊζες για να χτίσουν σε ούλο το χωράφι, σε ούλη την απλωσιά.

Εξιάσαν όμως πως όσο κλαεύκεις το δεντρό, πετάσει μούττες γλήορα. Θκιώχνει τζιαι την αρρώσκια του τζιαι ξανα σηκώνεται. Δυναμώνει τζιαι όσοι τζιαι να ‘ν οι κλώνοι του εννα θυμίσουν άνοιξη. Εννα γεννήσουν ομορφκιά.

Πετάσεις μούττες. Καρτερούμε σε να ξανακάμεις λιο σσιός πας τη γη για να γύρουμε πουκάτω. Να μπορέσουμε να ξαναονειρευτούμε.

“Ούλα τα παραπούλια σου
αρκέψαν να δρατζιάζουν
το ως δαμε με μια φωνή
για το κακό φωνάζουν
απλώνουν κλώνους γύρου σου
τζιαι σε σφιχταγγαλιάζουν.”

| George Papakonstantinou

Lizzy Ioannidou & Alexandra Krstic | Labyrinth

Tending to all life

Violence happens in small ways at first;
a cruel word
a trust broken
a life pricked
with paper cuts.

Minor assaults grow bolder
and at last, succumbing
to serrated blades of power,
an open system is replaced
with a series of closed doors: 
private properties, national identities, barbed wires. 

Water cannons once dislodged luminous rocks from California hillsides
today the only ore we have are our eyes
that dare to envision a future.

The nihilistic Cyclopes by whom we are governed
only predict our death, then finance our demise.
The path that they prescribe for us:
no country, no nature, no belonging.

While they are constructing walls, domes, towers and glue traps,
looting the land and spreading clouds laced with poison
by the so-called divinely ordained,
(oh blessings of egoism, entropy and erosion) 
they are too blind to see
that the blasted rocks form an avalanche
and the raindrops a raging river:
enough, enough, enough.

The only Gold I recognise
is that of Paphos sunsets,
the beaches of Rizokarpaso,
the oak Latzia of Troodos,
the wheat of Mesaoria plain
the sandstone of Lefkosia:
Chyseleousa, Chrysaliniotissa, Chrysi Aphrodite. 

Now only an act of justice and goodwill
can staunch the wound and begin the healing 
that leads to outstretched hands linking together
forming bridges over fissures:
people relating, roots reawakening; tending to all life.

| Arianna Koudounas & Lilia Kapsali

Milan Woolley | Together

Through Times

Like the days and weeks,
Like the months and years gone,
And just like that the memory’s done,
Wishing to be home,
Back where I belong,
To miss what I miss again and again,
This is what’s what, where and when.

| Derya Tasli

1 Comment

  1. Very excited to read it! This world needs you. Awake and aware of your own value and power to clear the air. I wish you and all of us to humbly, humanely and yet decisive show that we are not blind and sleepwalking but ready to continue the struggle for advance of humanity by practicing togetherness. Even that “time makes more converts than a reason” as Thomas Paine said, seize that time and more will join!


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in: Logo

You are commenting using your account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s